Mετεμμηνοπαυσιακή Οστεοπόρωση

Mετεμμηνοπαυσιακή Οστεοπόρωση

Γράφει ο Νίκος Α. Παπαϊωάννου, Χειρουργός Ορθοπεδικός, Αναπ. Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Τ. Διευθυντής Εργαστηρίου Έρευνας Μυοσκελετικών Παθήσεων, συνεργάτης του Ιατρικού Π. Φαλήρου

Οι περισσότερες  πλέον γυναίκες στη χώρα μας γνωρίζουν ότι μετά  την εμμηνόπαυση τα οστά αδυνατίζουν και χάνουν την πυκνότητά τους, παθαίνουν δηλαδή αυτό που ονομάζουμε Οστεοπόρωση. Υπάρχει όμως σε μεγάλο βαθμό ασάφεια αναφορικά με το νόσημα αυτό και τους κινδύνους που κρύβει.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας  (ΠΟΥ),  ως Οστεοπόρωση ορίζεται η  μείωση της οστικής μάζας με παράλληλη αλλοίωση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των οστών με αποτέλεσμα να χάνουν την αντοχή τους και να γίνονται εύθραυστα.

Από αυτόν το ορισμό γίνεται αντιληπτό ότι η απώλεια της οστικής μάζας είναι μέρος μόνο των συνεπειών που προκαλεί η Οστεοπόρωση. Το σημαντικότερο είναι, ότι λόγω της μείωσης της οστικής αντοχής, αυξάνεται ο  κίνδυνος να συμβεί ένα κάταγμα με μικρή βία, δηλαδή μετά από ένα απλό πέσιμο, ένα γλίστρημα ή μία απότομη κίνηση. Και ενώ η Οστεοπόρωση αυτή καθαυτή είναι ένα ήπιο νόσημα διότι δεν έχει συμπτώματα και δεν την καταλαβαίνουμε, άμα συμβεί ένα κάταγμα γίνεται μία σοβαρή πάθηση με σημαντικές επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής.

Στη σύγχρονη Ιατρική, ο προληπτικός έλεγχος θεωρείται απαραίτητος για πολλά νοσήματα που απειλούν την υγεία μας. Στα νοσήματα αυτά θα πρέπει να περιληφθεί οπωσδήποτε και η Οστεοπόρωση. Για τις  γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, εκτός από τις βασικές αιματολογικές εξετάσεις και τη μέτρηση της αρτηριακής πίεσης, θα πρέπει να προστεθεί, μαζί με τη μαστογραφία και το PAP-Test, η ετήσια μέτρηση της οστικής πυκνότητας.

Η μέτρηση οστικής πυκνότητας, είναι μία εξέταση εύκολη, γρήγορη, ακίνδυνη και ανώδυνη και συνιστάται για μεγαλύτερη αξιοπιστία να γίνεται  σε δυο σημεία του σκελετού μας, στη σπονδυλική στήλη και στο ισχίο.  Οι τιμές που μας δίνει η εξέταση είναι συγκριτικές με τις τιμές μίας υγιούς ενήλικης γυναίκας και  εκφράζονται σε ποσοστιαίες μονάδες. Πόσες, δηλαδή μονάδες πιο κάτω από το φυσιολογικό βρίσκεται η εξεταζόμενη.   Οστεοπενία  ονομάζουμε όταν οι τιμές είναι από -1,5 έως -2,5, ενώ οστεοπόρωση όταν είναι κάτω από το -2,5. Στις περιπτώσεις που οι τιμές είναι χαμηλότερες του -3.5 τότε πρόκειται για βαριά οστεοπόρωση.

Η διαγνωστική  αξία της οστικής πυκνομετρίας είναι μεγάλη, διότι η μείωση της οστικής μάζας συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τη μείωση της οστικής αντοχής και έτσι προκύπτει η αναγκαιότητα ή όχι χορήγησης θεραπευτικής αγωγής.

Βέβαια η απόφαση για θεραπεία δεν εξαρτάται μόνο από τη μέτρηση οστικής πυκνότητας αλλά  και από το γενικό και κληρονομικό ιστορικό. Η πρώιμη εμμηνόπαυση, παθήσεις, (όπως είναι η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η αποφρακτική πνευμονοπάθεια, η μεσογειακή και δρεπανοκυτταρική αναιμία) καθώς και η χρόνια λήψη ορισμένων φαρμάκων , (όπως κορτιζόνης, αντιεπιληπτικών, αντικαταθλιπτικών και ογκολογικών φαρμάκων) προκαλεί μείωση της οστικής μάζας και της οστικής αντοχής και αυξάνουν τον καταγματικό κίνδυνο.    Σε αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να εκτιμηθεί αν θα δοθεί αντι-οστεοπορωτική αγωγή ακόμα και αν οι τιμές της οστικής πυκνότητας δεν είναι ιδιαίτερα χαμηλές.

Τα φάρμακα για την οστεοπόρωση χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες.  Τα αντι-οστεοαπορροφητικά, αυτά δηλαδή που σταματούν, αναστέλλουν  την περαιτέρω απώλεια οστικής μάζας και τα αναβολικά, το οποία ενισχύουν το σχηματισμό νέου οστού.                                   

Η επιλογή της θεραπευτικής αγωγής, η έναρξη και η διάρκειά της καθώς και ποια φάρμακα θα χορηγηθούν θα πρέπει να είναι απόφαση του γιατρού ανάλογα με την περίπτωση του κάθε ασθενή.  Υπάρχουν βέβαια γενικοί κανόνες που ισχύουν για όλους και είναι σκόπιμο να γνωρίζουν και οι ίδιοι οι ασθενείς.

Πρέπει οπωσδήποτε να αρχίσουν θεραπεία οι γυναίκες που έχουν τιμές χαμηλότερες του -2,5.  Ανεξάρτητα όμως  από τις τιμές  της οστικής μέτρησης η ανάγκη για θεραπεία γίνεται επιτακτική αν έχει ήδη γίνει κάποιο κάταγμα . Είναι λαθεμένη  η άποψη ότι όσοι έχουν οστεοπενία δε χρειάζεται να πάρουν φάρμακα.  Οι στατιστικές έχουν δείξει ότι συμβαίνουν κατάγματα σε μεγάλη συχνότητα και σε οστεοπενικούς ασθενείς. Επειδή λοιπόν ο θεραπευτικός στόχος είναι η πρόληψη του καταγματικού κινδύνου η έναρξη και επιλογή της θεραπείας καθορίζεται όχι μόνο από τις τιμές της οστικής μάζας αλλά και από τη συνύπαρξη και άλλων παραγόντων που θα καθορίσουν το συνολικό καταγματικό κίνδυνο. 

Οποιοδήποτε, όμως, και αν είναι το θεραπευτικό σχήμα που θα συστήσει ο θεράπων γιατρός, θα πρέπει υποχρεωτικά να συνοδεύεται από χορήγηση ασβεστίου και βιταμίνης D.  Αυτό είναι απαραίτητο γιατί  συνήθως δεν είναι επαρκής η πρόσληψη αυτών των ουσιών με τη διατροφή.