ΠΝΕΥΜΟΘΩΡΑΚΑΣ

ΠΝΕΥΜΟΘΩΡΑΚΑΣ

Γράφει ο Λεβόν Τουφεκτζιάν, PhD, FEBTS, Θωρακοχειρουργός, Διευθυντής Τμήματος Θωρακοσκοπικής Χειρουργικής, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών.

Ο πνευμοθώρακας είναι η συλλογή αέρα στην υπεζωκοτική κοιλότητα, ανάμεσα στον πνεύμονα και την εσωτερική επιφάνεια του θωρακικού τοιχώματος και κατηγοριοποιείται σε αυτόματο πρωτοπαθή και δευτεροπαθή, καθώς και σε μη-αυτόματο ο οποίος οφείλεται σε τραυματισμό ή είναι ιατρογενής.

Ο αυτόματος πρωτοπαθής πνευμοθώρακας, ο οποίος παρατηρείται ως επί το πλείστον σε ψηλά και λεπτά νέα άτομα, συνήθως κατά τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία ζωής τους, σχετίζεται με το κάπνισμα, είναι συχνότερος στους άνδρες και, φαινομενικά τουλάχιστον, δε συνοδεύεται από σημαντικές αλλοιώσεις του πνευμονικού παρεγχύματος. Παρόλ’ αυτά, συχνά ανευρίσκονται εμφυσηματικού τύπου αλλοιώσεις στην επιφάνεια του πνεύμονος, μικρές φυσαλλίδες, η ρήξη των οποίων απελευθερώνει αέρα στην υπεζωκοτική κοιλότητα και προκαλείται ο πνευμοθώρακας.

Ο δευτεροπαθής πνευμοθώρακας, ο οποίος παρατηρείται, συνήθως, μετά την έκτη δεκαετία της ζωής, οφείλεται σε υποκείμενη πνευμονική νόσο, περιλαμβανομένων της χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας, λοιμώξεων του αναπνευστικού, νοσημάτων του συνδετικού ιστού, διάμεσων νοσημάτων και νεοπλασιών. Μία ειδική περίπτωση είναι ο καταμήνιος πνευμοθώρακας, που παρατηρείται αποκλειστικά σε νέες γυναίκες, χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα περιοδικά επεισόδια και σχετίζεται χρονικά με τον εμμηνορυσιακό κύκλο.

Διάγνωση

Η τυπική κλινική εικόνα του αυτόματου πνευμοθώρακα χαρακτηρίζεται από ξαφνικό θωρακικό άλγος που μπορεί να συνδυάζεται ή όχι με δύσπνοια, ενώ αρκετοί ασθενείς δεν αναζητούν ιατρική βοήθεια, αρχικά. Η διάγνωση, συχνά, βασίζεται στην κλινική εξέταση, εκτός από τις περιπτώσεις μικρής έκτασης πνευμοθώρακα, και επιβεβαιώνεται, τις περισσότερες φορές, από την απλή ακτινογραφία θώρακος κατά την οποία αναδεικνύεται η ατελής έκπτυξη του πνεύμονα και το μέγεθος του πνευμοθώρακα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν τα ευρήματα της ακτινογραφίας δεν είναι σαφή, η αξονική τομογραφία θώρακος θα αναδείξει την υποκείμενη παθολογία, παρόλ’ αυτά δε συνίσταται συστηματικά στους ασθενείς με πρώτο επεισόδιο πνευμοθώρακα.

Αντιμετώπιση

Από τη στιγμή που θα τεθεί η διάγνωση του πνευμοθώρακα, ο ασθενής θα πρέπει να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Ο τρόπος της αντιμετώπισής του εξαρτάται από την έκταση, την παρουσία δύσπνοιας και εάν είναι πρώτο επεισόδιο ή υποτροπή.

Μικρής έκτασης πνευμοθώρακας, ο οποίος συμβαίνει για πρώτη φορά, μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με παρακολούθηση και συμπληρωματική χορήγηση οξυγόνου, ενώ στην περίπτωση που δεν υπάρχουν συμπτώματα και η επαναληπτική ακτινογραφία θώρακος δεν αναδείξει επιδείνωση, ο ασθενής μπορεί να λάβει εξιτήριο και να παρακολουθείται σε εξωτερική βάση.

Στις περιπτώσεις μέτριας ή μεγάλης έκτασης πνευμοθώρακα, με η χωρίς δύσπνοια, συνίσταται η παροχέτευση του αέρα από την υπεζωκοτική κοιλότητα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί είτε με απλή παρακέντηση, είτε με τοποθέτηση παροχέτευσης θώρακος η οποία παραμένει έως ότου εκπτυχθεί πλήρως ο πνεύμονας, συνήθως 2 ημέρες.

Οι ενδείξεις χειρουργικής αντιμετώπισης του αυτόματου πρωτοπαθούς πνευμοθώρακα περιλαμβάνουν την υποτροπή αυτού (περίπου 30%, συνήθως, εντός των δύο πρώτων ετών από το πρώτο επεισόδιο) και την αδυναμία αντιμετώπισης του πρώτου επεισοδίου, παρά την τοποθέτηση σωλήνα θωρακικής παροχέτευσης. Επίσης, η χειρουργική επέμβαση ενδείκνυται στα άτομα εκείνα στα οποία, παρά την επιτυχή αντιμετώπιση του πρώτου επεισοδίου, η πιθανότητα υποτροπής θα πρέπει να μειωθεί, είτε λόγω διαμονής τους σε απομακρυσμένες περιοχές, είτε για επαγγελματικούς λόγους.

Η χειρουργική αντιμετώπιση του πρωτοπαθούς πνευμοθώρακα στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών περιλαμβάνει τη θωρακοσκοπική, μέσω δύο οπών στο πλάγιο θωρακικό τοίχωμα, εκτομή των φυσαλλίδων που συνήθως εντοπίζονται στην κορυφή του πνεύμονα, καθώς και την εκτομή του τοιχωματικού υπεζωκότος, της μεμβράνης δηλαδή που επενδύει την εσωτερική επιφάνεια του θωρακικού τοιχώματος προκειμένου να προαχθεί η δημιουργία συμφύσεων με τον πνεύμονα. Η επέμβαση αυτή πραγματοποιείται υπό γενική αναισθησία, ο ασθενής παραμένει στο νοσοκομείο συνήθως για 2 ημέρες και το όφελός της είναι η σημαντική μείωση της πιθανότητας υποτροπής στο μέλλον.