Νοσηλεία στο Νοσοκομείο στην παιδική ηλικία

Νοσηλεία στο Νοσοκομείο στην παιδική ηλικία

Τα παιδιά αρρωσταίνουν πολύ πιο συχνά από τους ενήλικες. Έχει διαπιστωθεί µάλιστα ότι ένα φυσιολογικό παιδί µπορεί να νοσήσει περισσότερο από 90 φορές µέχρι να φτάσει στην ηλικία των 10 ετών, χωρίς να έχει απολύτως κανένα πρόβληµα υγείας. Κι αυτό διότι το παιδί είναι πιο ευαίσθητο από έναν ενήλικα, έχει ανώριµο ανοσοποιητικό σύστηµα και θα εκτεθεί σε διάφορους λοιµογόνους παράγοντες µέχρι να καταφέρει να αναπτύξει φυσική ανοσία, δηλαδή καλό αµυντικό (ανοσοποιητικό) σύστηµα.

Ιδιαίτερα τον πρώτο χρόνο ζωής, η άµυνα του βρέφους είναι τόσο ελλειµµατική που οι µικροβιακές λοιµώξεις γίνονται εύκολα επικίνδυνες. Στη νηπιακή ηλικία, τα παιδιά αρρωσταίνουν συχνότατα από ιογενείς λοιµώξεις. Επειδή συγχρωτίζονται σε παιδικούς σταθµούς, οι λοιµώξεις αυτές είναι επαναλαµβανόµενες, µε αποτέλεσµα να εξασθενούν το παιδί και να οδηγούν σε επιπλοκές. Τα νήπια σταµατούν τη σίτιση όταν αρρωσταίνουν, αφυδατώνονται πολύ ευκολότερα από έναν ενήλικα και συνεργάζονται πολύ δυσκολότερα στις θεραπείες µε φάρµακα από το στόµα. Σα να µην έφταναν όλα αυτά, στην ηλικία αυτή αποκαλύπτονται όλες οι ευαισθησίες του παιδιού, οι οποίες ευτυχώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων θα ξεπεραστούν στην ενήλικη ζωή. Τα µεγαλύτερα παιδιά έχουν πολύ µικρότερη ευαισθησία. Πλησιάζοντας στην ηλικία των 10 ετών, τα περισσότερα παιδιά αρρωσταίνουν µία µε δύο φορές το χρόνο, µε την ίδια βαρύτητα και την ίδια συχνότητα που αρρωσταίνουν και οι ενήλικες.

Τα παιδιά είναι πολύ πιο ευαίσθητα από τους ενήλικες. Όµως, πλέον δεν έχουµε θνητότητα. Παλαιότερα, οι Έλληνες λέγανε «να σου ζήσει» και το εννοούσαν, γιατί το να γεννηθεί τότε ένα παιδί δεν ήταν εγγύηση ότι θα ζήσει! Σήµερα, είναι πασιφανές ότι δεν έχουµε πια θανάτους παιδιών.

Στην Ελλάδα, είµαστε πραγµατικά πολύ προσεκτικοί µε την υγεία των παιδιών µας. Όλα τα παιδιά έχουν τον παιδίατρό τους, που τα αναλαµβάνει από την γέννησή τους, και είναι σε θέση να αντιµετωπίσει άριστα όλες τις καταστάσεις που απειλούν το παιδί. Ο γιατρός του παιδιού αποκτά στενή σχέση µε την οικογένεια και γνωρίζει λεπτοµερώς το ιστορικό του παιδιού και τις ευαισθησίες του. Έχει την εµπιστοσύνη των γονέων και βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία µαζί τους. Έτσι, αρκεί η χορήγηση των κατάλληλων φαρµάκων και η τακτική παρακολούθηση του παιδιού από αυτόν, ώστε η πλειοψηφία των νοσηµάτων που αφορούν την παιδική ηλικία να αντιµετωπιστούν µε απόλυτη επιτυχία, χωρίς να χρειαστεί εισαγωγή σε νοσοκοµείο.

Στις λίγες περιπτώσεις που το παιδί χρειάζεται νοσηλεία, ο παιδίατρος που το παρακολουθεί θα το παραπέµψει. ∆υστυχώς, τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί το φαινόµενο οι γονείς να απευθύνονται στα εξωτερικά ιατρεία των παιδιατρικών νοσοκοµείων για εξέταση, χωρίς παραποµπή από το γιατρό του παιδιού. Αυτό δεν είναι σωστό και οδηγεί πολλές φορές σε άσκοπη ταλαιπωρία του µικρού ασθενή. Ο παιδίατρος, στα εξωτερικά ιατρεία, εξετάζει για πρώτη φορά ένα παιδί, για το οποίο δε γνωρίζει τόσο το ιστορικό του, όσο και τις ειδικές ευαισθησίες του. Προκειµένου να καλύψει το έλλειµµα πληροφόρησης, ζητά µε µεγαλύτερη ευκολία εργαστηριακές εξετάσεις.

Όµως υπάρχουν επείγουσες καταστάσεις, όπως η αλλεργική αντίδραση, οι σπασµοί, η λήψη επικίνδυνων ουσιών, οι οποίες χρήζουν άµεσης νοσοκοµειακής περίθαλψης. Επίσης, υπάρχουν χειρουργικά περιστατικά, όπως τραύµατα που χρειάζονται ράµµατα, κακώσεις που αφορούν το κεφάλι είτε άλλα σηµεία του σώµατος, επίµονος κοιλιακός πόνος που µπορεί να οφείλεται σε χειρουργικά αίτια. Οι καταστάσεις αυτές αν αφεθούν χωρίς αντιµετώπιση, µπορούν να αποβούν µοιραίες για τη ζωή και την αρτιµέλεια του παιδιού και πρέπει να εκτιµηθούν σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου νοσοκοµείου. Ακόµα και σε αυτές τις καταστάσεις όµως, οι γονείς πρέπει να επικοινωνούν πρώτα µε το γιατρό του παιδιού, ο οποίος θα τους παραπέµψει στο κατάλληλο νοσοκοµείο, µε το οποίο συνεργάζεται. Ο γιατρός του παιδιού θα ενηµερώσει τους συναδέλφους στα εξωτερικά ιατρεία και έτσι θα κερδηθεί ουσιαστικός χρόνος στην αντιµετώπιση του προβλήµατος.

Οι γονείς που βρίσκονται στα εξωτερικά ιατρεία ενός παιδιατρικού νοσοκοµείου µε το άρρωστο παιδί τους είναι γεµάτοι φόβο και άγχος. Αρχικά, αισθάνονται ότι το παιδί τους έχει κάτι σοβαρότερο από ότι είχαν αντιµετωπίσει µέχρι τώρα, ότι µπορεί να µην είναι δυνατή η θεραπεία στο σπίτι τους και να χρειαστεί να κάνουν εισαγωγή στο νοσοκοµείο. Ανησυχούν για την αντίδραση του παιδιού σε ένα άγνωστο περιβάλλον, όπου άγνωστοι άνθρωποι θα κάνουν διάφορους χειρισµούς που µπορούν να προκαλέσουν πόνο στο παιδί τους. Φοβούνται για την έκταση του χρονικού διαστήµατος που µπορεί να χρειαστεί να νοσηλευτούν και την αναστάτωση στην οικογενειακή ζωή τους – ιδιαίτερα αν έχουν και άλλο παιδί. ∆εν πρέπει να ξεχνάµε ότι η νοσηλεία ενός παιδιού είναι ισοδύναµη πρακτικά µε τη νοσηλεία ολόκληρης της οικογένειάς του.

Όλους αυτούς του φόβους θα πρέπει να τους γνωρίζει ο θεράπων παιδίατρος, που αναλαµβάνει το παιδί, όπως επίσης και το νοσηλευτικό προσωπικό που θα ασχοληθεί µε τη φροντίδα του. Όµως ο θεράπων παιδίατρος, εκτός από τη συνεχή και λεπτοµερή ενηµέρωση των γονιών, θα πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή επαφή και συνεργασία µε τον παιδίατρο του παιδιού, προκειµένου να προσφέρει την καλύτερη δυνατή φροντίδα στον ασθενή του.

Στο νοσοκοµείο, οι γονείς έρχονται σε επαφή µε έναν άγνωστο παιδίατρο, τον οποίον συναντούν για πρώτη φορά και για περιορισµένο χρονικό διάστηµα, σε µία φορτισµένη ψυχικά στιγµή της ζωής τους. Είναι δύσκολο να αναπτύξουν µία καλή σχέση εµπιστοσύνης µαζί του. Αν όµως ο θεράπων παιδίατρος είναι σε επικοινωνία µε το γιατρό του παιδιού, εκθέτει, συζητά και καταλήγει από κοινού µαζί του στο διαγνωστικό και θεραπευτικό πλάνο, τότε κερδίζει γρήγορα την εµπιστοσύνη των γονέων. Η εµπιστοσύνη αυτή είναι το σηµαντικότερο θεραπευτικό εργαλείο που µπορεί να έχει ένας νοσοκοµειακός γιατρός. Επιπρόσθετα, ο γιατρός του παιδιού µπορεί να προσφέρει λεπτοµέρειες για το ιατρικό ιστορικό του ασθενή, που να διαφεύγουν ή να µην αξιολογούνται από τους γονείς κατά τη λήψη του ιστορικού του παιδιού, προσφέροντας έτσι σηµαντικές πληροφορίες για τη σωστή θεραπεία. Στο τέλος, ο γιατρός του παιδιού είναι αυτός που θα ολοκληρώσει τη θεραπεία του µικρού ασθενή, όταν τελειώσει η νοσηλεία του και αξιολογήσει το αποτέλεσµά της.

Συµπερασµατικά, για το καλό των παιδιών, οι γονείς θα πρέπει να συµβουλεύονται τον παιδίατρο που παρακολουθεί το παιδί, πριν απευθυνθούν στα εξωτερικά ιατρεία ενός νοσοκοµείου. Τα νοσοκοµεία είναι φτιαγµένα για να υποδέχονται ασθενείς κατόπιν παραποµπής και για βαρύτερα από το συνηθισµένο περιστατικά. Ιδανικά, ο παιδίατρος του παιδιού και όχι ο γονιός πρέπει να αποφασίζει για το αν θα φτάσει το παιδί στο νοσοκοµείο. Η συνεργασία µεταξύ του προσωπικού και του θεράποντος παιδιάτρου δίνει πάντα καλύτερο αποτέλεσµα. Αν µάλιστα συνδυαστεί µε την εξατοµικευµένη και ολοκληρωµένη νοσηλευτική φροντίδα µίας καλής παιδιατρικής κλινικής, η νοσηλεία του παιδιού θα έχει τα καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσµατα, µε την όσο το δυνατόν λιγότερη ψυχική επιβάρυνση.  

Διαγόρας Ζαργάνης, Διευθυντής Β’ Παιδιατρικής Κλινικής Παιδιατρικού Κέντρου Αθηνών, Ιατρικού Κέντρου Αθηνών.

Επισκεφθείτε την σελίδα του Παιδιατρικού Κέντρου Αθηνών και ενημερωθείτε για τις υπηρεσίες υγείας υψηλής ποιότητας που προσφέρει!