Θυρεοειδίτιδα Hashimoto

Θυρεοειδίτιδα Hashimoto

Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto, ή χρόνια αυτοάνοση λεμφοκυτταρική θυρεοειδίτιδα, αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου φάσματος αυτοάνοσων νόσων του θυρεοειδούς. Τα υπόλοιπα νοσήματα είναι:
1. Ατροφική Θυρεοειδίτιδα
2. Παιδική Θυρεοειδίτιδα
3. Θυρεοειδίτιδα της λοχείας
4. Σιωπηρή Θυρεοειδίτιδα
5. Εστιακή Θυρεοειδίτιδα

Η τυπική μορφή χαρακτηρίζεται από:

  • Mικρή έως και πολύ μεγάλη διόγκωση του θυρεοειδούς, ο οποίος έχει πολύ σκληρότερη και οζώδη σύσταση.
  • Φυσιολογικές, συνήθως, περιφερικές ορμόνες (Τ4 και Τ3).
  • Ψηλή φυσιολογική ή λίγο αυξημένη TSH.
  • Αύξηση των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων κατά της υπεροξειδάσης (αντι-ΤΡΟ) και κατά της θυρεοσφαιρίνης (αντι-TG). Να σημειωθεί ότι κάθε άτομο με αυξημένα αντιθυρεοειδικά αντισώματα, δεν έχει απαραίτητα Hashimoto.

Η νόσος, όπως και όλα τα αυτοάνοσα νοσήματα, έχει κληρονομική επιβάρυνση αφού τα χαρακτηριστικά της μεταφέρονται στην επόμενη γενιά με τα αντιγόνα μείζωνος ιστοσυμβατότητος (HLA).

Μερικές αρχές για την αξιολόγηση των επιπέδων των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων είναι οι παρακάτω:
 • Μεγαλύτερη είναι η αύξηση των anti-TPO σε σχέση με τα αντι-TG αντισώματα.
 • Οι μεταβολές των επιπέδων των αντι-TPO και αντι-TG μειώνονται μετά το πρώτο 3μηνο της κύησης και αυξάνουν κατά τη λοχεία και κατά τη θεραπεία με ιντερφερόνη-α και λίθιο.
 • Τα αντι-TPO αντισώματα, κυρίως, και όχι τα θυρεοσφαιρινικά σχετίζονται με πρόκληση θυρεοειδικής δυσλειτουργίας, κυρίως στη φάση της λοχείας.
 • Η ύπαρξη αυξημένων, μόνο των αντι-TG αντισωμάτων, σπάνια προκαλεί θυρεοειδική νόσο.
 

Η Hashimoto είναι σήμερα η συχνότερη αιτία υποθυρεοειδισμού. Η νόσος είναι 10-15 φορές συχνότερη στις γυναίκες από ότι στους άνδρες και η μέση ηλικία εμφάνισης είναι τα 30-50 έτη.
 

Η χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα συνοδεύεται από αυξημένη συχνότητα εμφάνισης θηλώδους καρκινώματος. Τα καρκινώματα αυτά είναι συνήθως μικρού μεγέθους, είναι συχνά πολυεστιακά και δεν είναι πιο επιθετικά από τα συνήθη καρκινώματα.
Τα υποκειμενικά ενχλήματα και τα κλινικά ευρήματα εξαρτώνται από την ύπαρξη ή όχι θυρεοειδικής δυσλειτουργίας.

Η συνήθης μορφή είναι, τις περισσότερες φορές, ασυμπτωματική, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια. Πάντως, παρά την απουσία υποκειμενικών ενοχλημάτων, μπορεί να υπάρχουν δυσμενείς βιοχημικές επιπτώσεις, κυρίως στη χοληστερόλη.
Αυτό που θα πρέπει να έχει πάντα υπόψιν ο κλινικός ιατρός, οποιασδήποτε ειδικότητος, είναι ότι ο πάσχων, από αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα, έχει αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης και άλλων αυτοάνοσων νόσων όπως:

  • Aλωπεκία
  • Λεύκη
  • Δυσανεξία στη γλουτένη
  • Επινεφριδιακή ανεπάρκεια
  • Υποπαραθυρεοειδισμό
  • Νεανικό διαβήτη κα.  

Τα άτομα με Hashimoto έχουν αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης και αλλεργικών νόσων, κυρίως αλλεργική ρινίτιδα και ουρτικάρια. Η σειρά εμφάνισης π.χ αλλεργικής ρινίτιδος και θυρεοειδίτιδος μπορεί να ευθεία και αντίστροφη. Είναι ενδιαφέρον το ότι χορήγηση θυροξίνης σε άτομα με θυρεοειδίτιδα και ουρτικάρια, είναι δυνατόν να βελτιώσει την τελευταία, ειδικά σε παιδιά.
Θεραπευτικώς, αν υπάρχει υπο- ή υπερ-θυρεοειδισμός, θα πρέπει να γίνει ανάλογη θεραπεία.
Υπάρχουν πολλά βιβλιογραφικά δεδομένα που δείχνουν ότι γυναίκες με αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κακοήθειας στο μαστό. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γυναίκα με αυξημένα αντιθυρεοειδικά αντισώματα ή με υπερηχοτομογραφική εικόνα, συμβατή με θυρεοειδίτιδα, θα πρέπει να είναι απόλυτα τυπική με τον προληπτικό μαστογραφικό έλεγχο.
Είναι πάντα προβληματική η απόφαση και θα πρέπει να κρίνεται κατά περίπτωση η χορήγηση θυροξίνης σε περιπτώσεις ευθυρεοειδικής Hashimoto. Γενικά, μπορούν να δοθούν μικρές δόσεις θυροξίνης σε περιπτώσεις με οριακά υψηλά επίπεδα TSH, σε περιπτώσεις δυσλιπιδαιμίας και σε περιπτώσεις με διογκωμένο αδένα.
Πάντως, εάν αποφασίσουμε να χορηγήσουμε θυροξίνη, χρειάζεται μεγάλη προσοχή και συχνή παρακολούθηση, γιατί η Hashimoto είναι η μοναδική νόσος που μπορεί να κάνει εναλλαγές ευθυρεοειδισμού, υποθυρεοειδισμού και υπερθυρεοειδισμού. Ειδικότερα, ο κίνδυνος μετάπτωσης σε υπερθυρεοειδισμό είναι μεγαλύτερος όταν ο θυρεοειδής αδένας είναι σημαντικά διογκωμένος.
Θεραπευτικά, πολλοί υποστηρίζουν ότι η χορήγηση σεληνίου είναι δυνατόν να προκαλέσει μακροχρόνια ύφεση της νόσου. Αν και τα θεραπευτικά αποτελέσματα του σεληνίου είναι αντιφατικά, η χορήγησή του για 6-12 μήνες θα μπορούσε να δοκιμαστεί, αφού άλλωστε το φάρμακο είναι ακίνδυνο και επιπλέον είναι ένα πολύ καλό αντι-οξειδωτικό.

Γράφει ο Αναστάσιος Μόρτογλου, Ενδοκρινολόγος, Διευθυντής Κλινικής Έρευνας και Εφαρμογών Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού, Διατροφής, Παχυσαρκίας, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών