Θυρεοειδής και Κύηση

Θυρεοειδής και Κύηση

Γράφει η Μαρία Παυλάτου, MD, PhD, Διευθύντρια Ενδοκρινολογίας, Διαβήτη & Μεταβολισμού, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών.

Στην εγκυμοσύνη, ο θυρεοειδής αδένας υφίσταται μία σειρά από φυσιολογικές μεταβολές, με στόχο την εξυπηρέτηση των αυξημένων μεταβολικών αναγκών.

Το αναπτυσσόμενο έμβρυο, αρχικά, είναι πλήρως εξαρτώμενο από τις θυρεοειδικές ορμόνες (Τ4 και Τ3) της μητέρας για την ανάπτυξη του εγκεφάλου του. Η ικανότητα παραγωγής θυρεοειδικών ορμονών, από το ίδιο το έμβρυο, γίνεται σταδιακά και αρχίζει περίπου στο μέσο της κύησης (18η-20η εβδομάδα). Συνεπώς, η μεταφορά θυροξίνης (Τ4), μέσω του πλακούντα, είναι ζωτικής σημασίας για το αναπτυσσόμενο έμβρυο.

Από την άλλη μεριά, φυσιολογικά, η διαπερατότητα του πλακούντα στην Τ4 προς την εμβρυική κυκλοφορία, είναι ελάχιστη, απενεργοποιώντας, μέσω ενός ενζύμου, τη μεγαλύτερη ποσότητα θυρεοειδικών ορμονών που φτάνουν σε αυτόν από τη μητέρα, με στόχο την προστασία του εμβρύου. Κατά αυτόν τον τρόπο, αυξάνεται η κάθαρση της Τ4, και άρα οι ανάγκες σε Τ4.

 

Συνολικά, η ολική διαθεσιμότητα σε Τ4, κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης, πρέπει να αυξηθεί κατά 40%-50%. Σε μία υγιή γυναίκα, που μένει έγκυος, η ανθρώπινη χοριακή γοναδοτροπίνη, που παράγεται από τον πλακούντα, έχει θυρεοτρόπο δράση και έτσι αναλαμβάνει, κυρίως στο πρώτο μισό της κύησης, μαζί με την θυρεοτρόπο ορμόνη (TSH), που παράγεται από την υπόφυση, να διεγείρει την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών από την μητέρα, ώστε να διατηρηθεί η ευθυρεοειδική κατάσταση.

 

Εγκυμοσύνη και γυναίκα με υποθυρεοειδισμό

Η ενδογενής, όμως, παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών, δεν μπορεί να αυξηθεί σε μία γυναίκα με υποθυρεοειδισμό. Σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να προσαρμοστεί η δόση της εξωγενώς χορηγούμενης λεβοθυροξίνης (LT4). Εάν αυτό δε συμβεί, η γυναίκα θα καταλήξει με υποθυρεοειδισμό, ενώ λαμβάνει την ίδια ακριβώς δόση που την κρατούσε ευθυρεοειδική, πριν την εγκυμοσύνη. Οι μελέτες δείχνουν ότι οι αυξημένες ανάγκες σε θυροξίνη ή λεβοθυροξίνη, αυξάνουν, σταδιακά, από την 4η-6η έως την 16η-20η εβδομάδα της κύησης, όπου και σταθεροποιούνται μέχρι τον τοκετό.

 

Ιδανικά, λοιπόν, μία γυναίκα με γνωστό υποθυρεοειδισμό, που προγραμματίζει μία εγκυμοσύνη, θα πρέπει να απευθυνθεί στον ενδοκρινολόγο της, ώστε να ελέγξει τα επίπεδα της TSH της και να προσαρμόσει, κατάλληλα, τη δόση της λεβοθυροξίνης που παίρνει, με σκοπό να φέρει την TSH στα επιθυμητά για την εγκυμοσύνη επίπεδα. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και καθώς οι ανάγκες για θυροξίνη αυξάνουν, σταδιακά, στο πρώτο μισό της κύησης, επιβάλλεται τακτικός έλεγχος της θυρεοειδικής λειτουργίας και αναπροσαρμογή της δόσης.

 

Ανάπτυξη υποθυρεοειδισμού στην εγκυμοσύνη

Πέρα, όμως, από τον προϋπάρχοντα υποθυρεοειδισμό, στην εγκυμοσύνη μπορεί, επίσης, να αναπτυχθεί υποθυρεοειδισμός. Σε χώρες όπως η Ελλάδα, με επαρκή πρόσληψη ιωδίου από την τροφή, η πιο συχνή αιτία υποθυρεοειδισμού, στην εγκυμοσύνη, είναι η χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα (Hashimoto). Τόσο ο υποθυρεοειδισμός, όσο και η απλή παρουσία αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων, σχετίζονται με σημαντικές επιπλοκές, όπως:

  • πρόωρος τοκετός
  • αποβολή
  • περιγεννητική θνησιμότητα

Επιπλέον, η παρουσία αντισωμάτων, αυξάνει τον κίνδυνο μίας παροδικής, συνήθως, θυρεοειδίτιδας κατά τη λοχεία, μέχρι και ένα έτος μετά τον τοκετό.

Συνεπώς, η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία της θυρεοειδικής δυσλειτουργίας στην εγκυμοσύνη, έχει διπλή σημασία, αφού προστατεύει, τόσο το έμβρυο, όσο και τη μητέρα.