Θεραπεία αλλαντικής τοξίνης στις νευρολογικές παθήσεις

Θεραπεία αλλαντικής τοξίνης στις νευρολογικές παθήσεις

Γράφει η Βασιλική Σάκκου, Νευρολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης, Ιατρικό Κέντρο Αθηνών

Η αλλαντική τοξίνη, μία τοξική ουσία, που παράγεται από ένα βακτήριο υπεύθυνο για τη νόσο αλλαντίαση, συμβάλλει, εφόσον χορηγηθεί ενδομυϊκά και σε μικρές, ακίνδυνες δόσεις, στη θεραπεία μίας σειράς νευρολογικών παθήσεων, όπως των δυστονιών και της σπαστικότητας.

Όταν χορηγείται ως φάρμακο σε ένα συγκεκριμένο μυ, η αλλαντική τοξίνη δρα, διακόπτοντας την απελευθέρωση της ακετυλοχολίνης στη νευρομυϊκή σύναψη. Ως συνέπεια διακόπτεται η επαφή του κινητικού νεύρου με το μυ, στον οποίο προκαλείται ελεγχόμενη, μερική παράλυση.

Πότε ενδείκνυται η χρήση της αλλαντικής τοξίνης;

Σε αντίθεση με την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι χρησιμοποιείται για λόγους αισθητικούς, η αλλαντική τοξίνη είναι ένα φάρμακο, που δρα θεραπευτικά σε αρκετές νευρολογικές παθήσεις.

Οι μέχρι σήμερα εγκεκριμένες ενδείξεις για την αλλαντική τοξίνη αφορούν τις εξής παθήσεις:

  • Αυχενική δυστονία
  • Βλεφαροσπασμός / Ημίσπασμος προσώπου
  • Μασχαλιαία Υπεριδρωσία
  • Εστιακή Σπαστικότητα, που σχετίζεται με δυσμορφία άκρου ποδός (ιπποποδία), από εγκεφαλική παράλυση.
  • Εστιακή Σπαστικότητα άνω άκρου σε ενήλικες, μετά από αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
  • Ακράτεια ούρων σε ενήλικες με νευρογενή υπερδραστηριότητα του εξωστήρα, λόγω κάκωσης του νωτιαίου μυελού ή σκλήρυνσης κατά πλάκας
  • Χρόνια ημικρανία
  • Ιδιοπαθής υπερδραστήρια ουροδόχος κύστη με συμπτώματα ακράτειας ούρων

Παράλληλα, όμως, η χρήση των σκευασμάτων αλλαντικής τοξίνης είναι συχνή και σε θεραπείες εκτός ενδείξεων, όπως σε εστιακές δυστονίες, εκτός της αυχενικής (π.χ. σπασμός γραφέα), στη σπαστικότητα κάτω άκρων, καθώς και στην σιελόρροια, η οποία συχνά ταλαιπωρεί τους ασθενείς, με προχωρημένες νευρολογικές παθήσεις.

Η αλλαντική τοξίνη χορηγείται ενδομυϊκά. Μερικές φορές χρειάζεται ταυτόχρονη καθοδήγηση με ηλεκτρομυογράφημα (π.χ. στη δυστονία γραφέα), ενώ σε άλλες περιπτώσεις, η έγχυση γίνεται με τη βοήθεια υπερηχογραφήματος, όπως στην περίπτωση της σιελόρροιας.

Το αποτέλεσμα της έγχυσης αρχίζει να γίνεται αντιληπτό, μετά από τρεις ημέρες, και ολοκληρώνεται μέσα σε δύο εβδομάδες. Συνήθως διαρκεί από τρεις ως έξι μήνες, κάποιες φορές και περισσότερο.

Ωστόσο, δεν επιτρέπεται  να χορηγούμε αλλαντική τοξίνη με συχνότητα μικρότερη των τριών μηνών για να αποφύγουμε τη δημιουργία εξουδετερωτικών αντισωμάτων, τα οποία θα μειώσουν ή και θα ακυρώσουν τη δράση της. Επίσης, αποφεύγουμε να τη χορηγούμε σε ασθενείς με μυασθένεια ή μυοπάθεια.

Στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών έχουμε τη δυνατότητα να χορηγούμε την αλλαντική τοξίνη σε όλες τις νευρολογικές παθήσεις. Οι ασθενείς μπορούν να την προμηθευτούν από τα φαρμακεία του ΕΟΠΥΥ, μετά από έγκριση από αρμόδια επιτροπή, με πλήρη κάλυψη από το ταμείο τους, ή  να την αγοράσουν με δικά τους έξοδα, από οποιοδήποτε φαρμακείο.