Επιδηµία ιλαράς στην Ευρώπη: Ασπίδα προστασίας το εµβόλιο MMR

Επιδηµία ιλαράς στην Ευρώπη: Ασπίδα προστασίας το εµβόλιο MMR

Ανδρέας Φρετζάγιας, Οµότιµος Καθηγητής Παιδιατρικής Πανεπιστηµίου Αθηνών, Επιστηµονικός Σύµβουλος ∆ιοίκησης, Παιδιατρικό Κέντρο Αθηνών

Η εµφάνιση της ιλαράς στις χώρες της Ευρώπης, τα τελευταία δύο χρόνια, τείνει να λάβει διαστάσεις επιδηµίας, αντανακλώντας την αδικαιολόγητα χαµηλή εµβολιαστική κάλυψη του παιδικού πληθυσµού απέναντι στη συγκεκριµένη ασθένεια.

H αναπάντεχη αυτή εξέλιξη φανερώνει αφενός την έκταση που έχει λάβει το αντιεµβολιαστικό κίνηµα στο ∆υτικό κόσµο κι αφετέρου, το τι ακολουθεί, από επιδηµιολογικής πλευράς, όταν εγκαταλείπεται το εµβολιαστικό πρόγραµµα.

Ένα νόσηµα µπορεί να εξαφανισθεί µετά από επίµονη και µακροχρόνια εφαρµογή του αντίστοιχου εµβολιασµού, όπως έγινε µε την περίπτωση της ευλογιάς.

Μπορεί, ωστόσο, να επανεµφανιστεί, όταν εγκαταλείπεται ο εµβολιασµός µε συνέπεια να υποβαθµίζεται το τείχος ανοσίας µίας κοινότητας.

Αυτό παρατηρείται σήµερα στην Ευρώπη µε την ιλαρά. Ενδεικτικά, στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, η εµβολιαστική κάλυψη του παιδικού πληθυσµού για ιλαρά δεν υπερβαίνει το 15%! Είναι απορίας άξιο, πώς στην εποχή µας, µε την επανάσταση στη βιοτεχνολογία, τη µοριακή γενετική και τη, σε ένα βαθµό, εξατοµικευµένη θεραπεία των νόσων, παλινδροµούµε σε λογικές και πρακτικές του µεσαίωνα και του σκοταδισµού εγκαταλείποντας τις συστάσεις εξατοµικευµένης πρόληψης µέσω εµβολιασµού.

Το εµβόλιο κατά της ιλαράς κυκλοφορεί ως συνδυασµένο, προστατεύοντας παράλληλα από παρωτίτιδα και ερυθρά. Χορηγείται υποδόρια.

Η χορήγηση του εµβολίου MMR, σε σύγκριση µε την αντίστοιχη των µονοδύναµων εµβολίων κατά της ιλαράς, παρωτίτιδας και ερυθράς, έχει το πλεονέκτηµα να εξασφαλίζει καλύτερη συµµόρφωση των γονέων και αποτελεί φθηνότερη λύση και λιγότερο επώδυνη παρέµβαση για το παιδί.

Από τα τρία νοσήµατα απέναντι στα οποία υψώνει τείχος προστασίας το εµβόλιο MMR, η ιλαρά αποτέλεσε τον πρώτο και κυριότερο στόχο. Το στέλεχος του ιού της ιλαράς, που περιέχεται στο εµβόλιο, είναι το Enders-Edmonston, που αναπτύχθηκε σε ινοβλάστες καλλιεργειών κυττάρων εµβρύων όρνιθας. Το στέλεχος αυτό προκαλεί λιγότερες αντιδράσεις συγκριτικά µε το παλαιότερο στέλεχος Edmonston Β. Με τον εµβολιασµό προκαλείται ήπια, συνήθως ασυµπτωµατική µη µεταδιδόµενη λοίµωξη. Ανθιλαρικά αντισώµατα αναπτύσσονται σε ποσοστό άνω του 95%, αν ο εµβολιασµός γίνει τον 12ο µήνα ή άνω του 98% αν ο εµβολιασµός γίνει τον 15ο µήνα. Το µικρό αυτό ποσοστό πρωτογενούς αστοχίας (2-5%) πρακτικά εκµηδενίζεται µετά τη χορήγηση 2ης δόσης στα 4 µε 6 χρόνια. Αν και το επίπεδο αντισωµάτων, µετά τον εµβολιασµό, υπολείπεται αυτού που επιτυγχάνεται µετά από φυσική νόσηση, ορολογικά και επιδηµιολογικά δεδοµένα υποδηλώνουν ότι εγκαθίσταται ανοσία δια βίου.

Το εµβόλιο MMR έχει ενσωµατωθεί στο Εθνικό Πρόγραµµα Εµβολιασµών της χώρας µας. Το σχήµα εµβολιασµού, για παιδιά, εφήβους και επίνοσους ενηλίκους, περιλαµβάνει δύο δόσεις. Στα παιδιά, η πρώτη δόση του εµβολίου χορηγείται στην ηλικία 12 ως 15 µηνών και η δεύτερη δόση στην ηλικία των 4 ως 6 ετών. Σηµειώνεται ότι η δεύτερη δόση µπορεί να χορηγηθεί µε την ίδια ανοχή, ανοσογονικότητα και αποτελεσµατικότητα, ακόµη και ένα µήνα µετά την πρώτη δόση. Σε περίπτωση επιδηµικής έξαρσης ιλαράς στην κοινότητα, ο εµβολιασµός µπορεί να αρχίσει από τον 9ο µήνα, η δόση, όµως, αυτή δεν προσµετράται.

Οι ανεπιθύµητες αντιδράσεις µετά τη χορήγηση του εµβολίου MMR αφορούν κατά κανόνα πρωτοεµβολιαζόµενα, µη άνοσα άτοµα, είναι σπάνιες στον επανεµβολιασµό και διακρίνονται σε τοπικές (πόνος, οίδηµα, ερυθρότητα) και συστηµατικές (πυρετός, πυρετικοί σπασµοί, εξάνθηµα, αναφυλαξία, θροµβοπενία, παρωτίτιδα, εγκεφαλίτιδα, αρθρίτιδα).

Ο πυρετός εµφανίζεται 7 µε 12 µέρες µετά τον εµβολιασµό σε ποσοστό 5% και διαρκεί µία µε δύο ηµέρες. Σε ανάλογο ποσοστό και στο ίδιο χρονικό διάστηµα, εµφανίζεται παροδικό εξάνθηµα ή και λεµφαδενοπάθεια. Σπάνια έχει αναφερθεί παροδική διόγκωση των παρωτίδων. Αντιδράσεις υπερευαισθησίας εκδηλώνονται τοπικά στο σηµείο της ένεσης, µε στοιχεία κνίδωσης, ή, εξαιρετικά σπάνια, (1/1.000.000 δόσεις) µε τη µορφή οξείας αναφυλακτικής αντίδρασης, η οποία φαίνεται να σχετίζεται µε την περιεχόµενη ζελατίνη παρά µε την ελάχιστη ποσότητα πρωτεΐνης αβγού. Σπανιότατα επίσης, (1/40.000 -1/1.000.000 δόσεις) εµφανίζεται θροµβοπενία 2 µε 3 εβδοµάδες και ως 2 µήνες µετά τον εµβολιασµό. Πρόκειται για ήπια θροµβοπενία, η οποία κατά κανόνα είναι παροδική.

Τα παιδιά µε ιστορικό πυρετικών ή απύρετων σπασµών, που ενδεχοµένως βρίσκονται σε αντισπασµωδική αγωγή, πρέπει να εµβολιάζονται κανονικά, σύµφωνα µε το χρονοδιάγραµµα των εµβολιασµών. Η συσχέτιση του εµβολίου MMR µε το σύνδροµο Guillain-Barré, αποδείχθηκε από µελέτες στις ΗΠΑ και το Ηνωµένο Βασίλειο ότι είναι παντελώς ανυπόστατη.

Το εµβόλιο MMR, δεδοµένου ότι περιέχει ζώντες εξασθενηµένους ιούς, δεν πρέπει να χορηγείται σε άτοµα µε ανοσοανεπάρκεια. Για την προστασία του παιδιού µε ανοσοανεπάρκεια, θα πρέπει να εµβολιάζονται τα επίνοσα άτοµα του περιβάλλοντός του. Επίσης, µόλις διαγνωστεί κακόηθες νόσηµα, θα πρέπει να ελέγχεται αν το παιδί είναι άνοσο στην ιλαρά. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να εµβολιασθεί µετά την ύφεση της νόσου και συγκεκριµένα 3 µήνες µετά τη διακοπή της χηµειοθεραπείας. Στην περίπτωση που το επίνοσο παιδί, το οποίο βρίσκεται σε ανοσοκαταστολή, έλθει σε επαφή µε ασθενή, πρέπει να του χορηγηθεί ενδοµυϊκά κοινή γ-σφαιρίνη σε δόση 0,5 ml/kg β.σ. (µεγίστη δόση 15 ml).