Εγκυμοσύνη και προσδόκιμο ζωής της γυναίκας

Εγκυμοσύνη και προσδόκιμο ζωής της γυναίκας

Γράφουν οι Εμμανουήλ Σαλαμαλέκης, Ομότιμος Καθηγητής Μαιευτικής και Γυναικολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Επιστημονικός Διευθυντής Μαιευτικής - Γυναικολογικής “ΓΑΙΑ” και Ηλίας Ι. Χιντιπάς, Μαιευτήρας – Γυναικολόγος, Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, Επιστημονικός Συνεργάτης Διεύθυνσης Μαιευτικής - Γυναικολογικής “ΓΑΙΑ”

Η μακροζωΐα υπήρξε πάντα το Άγιο Δισκοπότηρο της Ιατρικής Επιστήμης. Με την πάροδο των χρόνων φαίνεται ότι το προσδόκιμο της ζωής των ανθρώπων επιμηκύνεται, και η Ιατρική προσπαθεί να βρει τους λόγους για τους οποίους συμβαίνει αυτό, προκειμένου κάποια στιγμή στην ιστορία της ανθρωπότητας, να έχουμε τη δυνατότητα, εμείς οι ίδιοι, να παρεμβαίνουμε προκειμένου να παρατείνουμε τη ζωή μας και την υγεία μας. Η πρόληψη ή ακόμα και η αναστροφή της διαδικασίας της γήρανσης αποτέλεσε και αποτελεί το αντικείμενο πολυάριθμων μελετών.

Το προσδόκιμο ζωής της ελληνίδας γυναίκας έχει πλέον φτάσει τα 84 έτη και έχει ανοδική πορεία. Οι Ελληνίδες, όπως και κάθε γυναίκα παγκοσμίως, έχουν καλύτερο προσδόκιμο ζωής από τους άνδρες, και αυτό το εξελικτικό πλεονέκτημα φαίνεται ότι υπάρχει από τη σύλληψη και αυτό είναι ήδη γνωστό από τον 19ο αιώνα. Το φαινόμενο είναι παγκόσμιο, με εξαίρεση κάποιες χώρες της Νότιας Ασίας και της υπο-Σαχάριας Αφρικής, όπου πολιτισμικοί παράγοντες (χαμηλό κοινωνικό επίπεδο της γυναίκας και προτίμηση σε άρρενες απογόνους) ή οι πανδημικές διαστάσεις κυρίως της λοίμωξης από HIV, ευνοούν την επιβίωση των ανδρών.

Οι διαφορές του φύλου στη μακροζωία μπορεί να παρέχουν γνώσεις σχετικά με νέους μηχανισμούς γήρανσης, αλλά έχουν λίγο μελετηθεί. Πιθανοί μηχανισμοί εστιάζουν στην επίδραση των ορμονών και στην ασύμμετρη κληρονομικότητα των φυλετικών χρωμοσωμάτων. Το εξελικτικό πλεονέκτημα των γυναικών μπορεί να αποδοθεί και στην ύπαρξη δύο Χ χρωμοσωμάτων. Έχοντας δύο Χ χρωμοσώματα, οι γυναίκες κρατούν διπλά αντίγραφα κάθε γονιδίου, που σημαίνει ότι έχουν ένα «εφεδρικό» αν κάποιο είναι ελαττωματικό. Ο άνθρωπος φαίνεται ότι είναι ένα από τα είδη στα οποία το φύλο είναι γνωστό ότι αποτελεί πλεονέκτημα επιβίωσης.

Όπως φάνηκε από την Women’s Health Initiative, μία μεγάλη προοπτική μελέτη εικοσαετίας που περιελάμβανε πάνω από 16.000 γυναίκες στην εμμηνόπαυση, υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της ηλικίας εμμηναρχής και εμμηνόπαυσης με τη μακροζωΐα στη γυναίκα. Φαίνεται ότι μεγαλύτερο αναπαραγωγικό διάστημα συσχετίζεται με μεγαλύτερη επιβίωση σε μεγάλες ηλικίες: Η πιθανότητα μακροζωΐας είναι 13% μεγαλύτερη σε γυναίκες με περισσότερα από 40 έτη αναπαραγωγικού φάσματος, σε σχέση με εκείνες με λιγότερα από 33 έτη.

Δύο πολύ μεγάλες μελέτες, η Long Life Family Study (LLFS) και η New England Centenarian Study (NECS), απέδειξαν ότι οι γυναίκες που έκαναν το τελευταίο τους παιδί μετά τα 40, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να ζήσουν περισσότερο.

Το γήρας μεταξύ των άλλων, χαρακτηρίζεται από την απώλεια της αναγεννητικής ικανότητας του οργανισμού. Η κύηση φαίνεται από πολλές μελέτες ότι αντιστρέφει αυτό το φαινόμενο. Η κύηση αποτελεί μοντέλο «ετερόχρονης παραβίωσης», όταν δύο οργανισμοί διαφορετικών ηλικιών συνδέονται αιμοδυναμικά. Φαίνεται ότι σε αυτό το μοντέλο αλληλεπίδρασης, αναζωογονείται ο μεγαλύτερος οργανισμός (μητέρα), από ουσίες που κυκλοφορούν στο αίμα του νεότερου (έμβρυο). Από μελέτες που έχουν γίνει, έχει αποδειχθεί ότι η κύηση έχει αναγεννητική δράση σε ιστούς που έχουν υποστεί βλάβη, όπως στο ήπαρ, στην καρδιά, στους μυς αλλά και στους νευρώνες του εγκεφάλου. Αυτό πιθανώς οφείλεται στην παρουσία εμβρυϊκών κυττάρων με δυναμικό διαφοροποίησης (βλαστικά κύτταρα) τα οποία ανευρίσκονται στους ιστούς της μητέρας ακόμα και δεκαετίες μετά τον τοκετό.

Ορμόνες που παράγονται στην κύηση, όπως τα οιστρογόνα και η προλακτίνη (η ορμόνη της γαλουχίας), έχουν επίσης προστατευτική επίδραση στον οργανισμό της μητέρας. Δε θα πρέπει να παραβλέψουμε και την έμμεση επίδραση του θηλασμού στην μακροζωΐα της γυναίκας, καθώς προστατεύει από την εμφάνιση πολλών νοσημάτων, όπως του καρκίνου του μαστού και των ωοθηκών.

Συμπερασματικά, στο βάθος του χρόνου, οι γυναίκες έχουν καλύτερο προσδόκιμο επιβίωσης από τους άνδρες. Η εγκυμοσύνη φαίνεται ότι αποτελεί παράγοντα αναγέννησης του γυναικείου οργανισμού και κατά συνέπεια μακροζωΐας. Παρόλα αυτά, απαιτούνται κι άλλες μελέτες, προκειμένου να μας δοθεί η δυνατότητα να παρεμβαίνουμε εκούσια στη ρύθμιση της αναζωογόνησης του ανθρώπινου οργανισμού και κατά επέκτασιν της πολυπόθητης μακροζωΐας.