Διαταραχή αυτιστικού φάσματος

Διαταραχή αυτιστικού φάσματος

Η διαταραχή αυτιστικού φάσματος (ΔΑΦ) είναι μια διαταραχή που αφορά τον εκφραστικό λόγο, την κοινωνική αλληλεπίδραση, τη συμπεριφορά και τη λειτουργικότητα του παιδιού.

Σύμφωνα με δεδομένα του κέντρου ελέγχου νοσημάτων στις Η.Π.Α (CDC) η επίπτωση  υπολογίζεται στο 1%.  περίπου σε 2-5 περιπτώσεις στα 10.000 παιδιά. Τα αγόρια εμφανίζουν συχνότερα τη διαταραχή συγκριτικά με τα κορίτσια, με αναλογία περίπου 3 - 5 προς 1.

Αίτια

Μέχρι στιγμής δεν έχουν εξακριβωθεί τα ακριβή αίτια του αυτισμού. Στις προηγούμενες δεκαετίες, θεωρούσαν ως αιτία του αυτισμού τους περιβαλλοντικούς και ψυχογενείς παράγοντες. Νεότερες έρευνες αποδίδουν τα αίτια του αυτισμού και σε γενετικούς παράγοντες καθώς και σε περιγεννητικά συμβάματα και στην προωρότητα.

Συμπτώματα

Σύμφωνα με το DSM-V (2013), τα διαγνωστικά κριτήρια ταξινομούνται σε δύο ομάδες:

A. Επίμονα ελλείμματα στην κοινωνική επικοινωνία και την κοινωνική αλληλεπίδραση σε πληθώρα πλαισίων

B. Περιορισμένες, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, ενδιαφέροντα ή δραστηριότητες

Πιο αναλυτικά μπορεί να παρατηρηθούν οι εξής συμπεριφορές:

Μειωμένη βλεμματική επαφή ή / και δυσκολία ενσωμάτωσης της βλεμματικής επαφής στο λόγο.

Το παιδί δυσκολεύεται στη γλωσσική κατανόηση και έκφραση και σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει πλήρης απουσία λόγου.

Έχει κυριολεκτική κατανόηση του λόγου, για παράδειγμα δεν αντιλαμβάνονται την ειρωνεία και δε χρησιμοποιούν τη γλώσσα ανάλογα με τις κοινωνικές περιστάσεις. Επιπλέον, δυσκολεύονται να ξεκινήσουν, να παραμείνουν και να τερματίσουν κατάλληλα ένα θέμα συζήτησης.

Συχνή είναι η ηχολαλία και η αναφορά στον εαυτό τους στο τρίτο πρόσωπο «Ο Κώστας θέλει παγωτό».

Τέλος, το παιδί αδυνατεί να κάνει συμβολικό παιχνίδι και ο τρόπος που παίζει χαρακτηρίζεται από έλλειψη φαντασίας και στερεοτυπία (κουνάει τα αυτοκίνητα μπρος πίσω ή τα βάζει στη σειρά). Τα παιδιά μπορεί να έχουν εμμονή με συγκεκριμένα αντικείμενα, τους αρέσουν παιχνίδια που περιστρέφονται και έχουν τάση να προσέχουν ασήμαντες λεπτομέρειες, για παράδειγμα, δεν προσέχει το αυτοκίνητο αλλά τη ρόδα.

Η αλλαγή ρουτίνας μπορεί να τους αναστατώσει. Μπορεί να επιμένουν σε συγκεκριμένες ιεροτελεστίες.Τέλος, παρατηρούνται ιδιόρρυθμες και επαναληπτικές κινήσεις όπως είναι το χτύπημα των χεριών και των δακτύλων.

 Δυσκολεύονται στην επεξεργασία των ερεθισμάτων του περιβάλλοντος και συχνά έχουν αποστροφή π.χ. σε ήχους ή έντονο ενδιαφέρον στο να μυρίζουν ή να φέρνουν αντικείμενα στο στόμα.

Διάγνωση

Η διάγνωση του αυτισμού μπορεί ακόμα και πριν από την ηλικία των 3 ετών, που ήταν παλαιότερα ο κανόνας. Υπάρχουν διαγνωστικά εργαλεία που μπορεί να βοηθήσουν τον ειδικο να αναγνωρίσει τα χαρακτηριστικά της ΔΑΦ ακόμα και μεταξύ 12-18 μηνών.

Ιδανικά η διάγνωση πραγματοποιείται από διεπιστημονική ομάδα, που  μπορει να περιλαμβάνει παιδοψυχίατρο, αναπτυξιολόγο, ψυχολόγο, λογοθεραπευτή και εργοθεραπευτή.

Η διάγνωση βασίζεται στη λήψη λεπτομερούς ιστορικού, δίνοντας έμφαση στο αναπτυξιακό ιστορικό του παιδιού και στα ανησυχητικά συμπτώματα που εντοπίζουν οι γονείς.

Στη συνέχεια, η διάγνωση συνίσταται στη κλινική παρατήρηση βάσει των χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς του παιδιού. Επιπλέον, χορηγούνται σταθμισμένα διαγνωστικά εργαλεία για την εκτίμηση της νοητικής ικανότητας και των δεξιοτήτων του παιδιού.

Σημαντικό είναι να γίνει διαφοροδιάγνωση του αυτισμού από άλλες διαταραχές, όπως είναι  η νοητική καθυστέρηση, η ειδική γλωσσική διαταραχή, η καθυστέρηση λόγου λόγω περιβαλλοντικής στέρησης, παραμέλησης ή κακοποίησης και η κώφωση.

Ο αυτισμός όμως μπορεί να συνυπάρχει με άλλες διαταραχές.

Θεραπεία

Η θεραπεία πρέπει να ξεκινήσει έγκαιρα και να είναι εντατική. Καθοριστικής σημασίας θεωρείται η συμμετοχή της οικογένειας στη θεραπευτική διαδικασία.

Η θεραπεία  περιλαμβάνει λογοθεραπεία, εργοθεραπεία, ψυχοθεραπευτική παρέμβαση και συμβουλευτική στους γονείς.

Είναι σημαντικά οι θεραπευτικοί στόχοι να τίθενται μετά από κάθε αξιολόγηση και ανά τακτικά διαστήματα να υπάρχει επικοινωνία και εποπτεία στην διεπιστημονική ομάδα. Είναι επίσης σημαντικό να αναγνωρίζονται εγκαίρως οι εκπαιδευτικές ανάγκες του κάθε παιδιού και να λαμβάνεται μέριμνα για υποστήριξη και  στο σχολικό περιβάλλον.