Έξαρση κρουσμάτων ιλαράς – Εμβολιασμός

Έξαρση κρουσμάτων ιλαράς – Εμβολιασμός

Γράφει ο Αναστάσιος Δ. Χατζής, Παιδίατρος – Εντατικολόγος Διευθυντής Παιδιατρικής ΜΕΘ στο Παιδιατρικό Κέντρο Αθηνών.

Εφέτος στη χώρα μας, όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης,  παρατηρείται μεγάλη αύξηση των κρουσμάτων ιλαράς.

Ήδη, πανελλαδικά, έχουν καταγραφεί 250 περιστατικά σε ενήλικες και παιδιά, αναμένεται δε περαιτέρω αύξηση με την έλευση του χειμώνα.

Ήδη υπάρχουν και οι πρώτοι θάνατοι.

Σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ, το 90% όσων ασθένησαν ήταν ανεμβολίαστοι και το υπόλοιπο 10% ήταν ατελώς εμβολιασμένοι.

Ακόμη, σύμφωνα με την Ελληνική Παιδιατρική Εταιρεία, συνολικά 350.000 παιδιά, ηλικίας 15 μηνών μέχρι 4 ετών, είτε δεν έχουν εμβολιαστεί καθόλου είτε έχουν εμβολιαστεί ατελώς.

Η Ιλαρά είναι ιογενής λοίμωξη του αναπνευστικού συστήματος που προκαλείται από παραμυξοϊό.

Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα, καταρροή, κοκκίνισμα των ματιών και κηλιδοβλατιδώδες, ερυθηματώδες εξάνθημα.

Η ιλαρά μεταδίδεται με την αναπνοή (σε επαφή με υγρά από τη μύτη και το στόμα ενός μολυσμένου ατόμου, είτε άμεσα είτε μέσω του αέρα), και είναι εξαιρετικά μεταδοτική - το 90% των ανθρώπων που δεν έχουν ανοσία και μοιράζονται τον ίδιο χώρο με ένα μολυσμένο άτομο θα νοσήσουν.

Η ασυμπτωματική περίοδος επώασης ξεκινά 9-12 ημέρες μετά την αρχική έκθεση στον ιό και η νόσηση διαρκεί 2-4 ημέρες πριν και 2-5 ημέρες μετά την εμφάνιση του εξανθήματος (δηλαδή 4-9 ημέρες συνολικά).

Η ιλαρά, σε υπολογίσιμα ποσοστά μπορεί να προκαλέσει ωτίτιδα, πνευμονία, εγκεφαλίτιδα και άλλες ακόμη επιπλοκές, που καμιά φορά μπορεί να έχουν πολύ σοβαρή ή και μοιραία εξέλιξη.

Για την έξαρση της νόσου σε άλλες χώρες, όπως στην Ιταλία και τη Ρουμανία, όπου έχουν καταγραφεί χιλιάδες κρούσματα, οι επιστήμονες θεωρούν ότι σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στην επιρροή του λεγόμενου αντιεμβολιαστικού κινήματος στον πληθυσμό των χωρών αυτών, μιας αμφισβήτησης της αξίας των εμβολιασμών.

ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΕΜΒΟΛΙΑΣΜΟΥ

Στα παιδιά, η πρώτη δόση του εμβολίου της ιλαράς μετατίθεται νωρίτερα από την ηλικία των 15 μηνών, στους 12 μήνες. Σε συντομότερο διάστημα από το αρχικά προβλεπόμενο γίνεται και η δεύτερη δόση, ήτοι στο τρίμηνο από την πρώτη δόση.

Στους ενήλικες που έχουν γεννηθεί μετά το 1970 και δεν έχουν νοσήσει για να έχουν φυσική ανοσία, εφόσον στο περιβάλλον τους έχουν εμφανιστεί κρούσματα, ή η δουλειά τους τους φέρνει σε επαφή με κόσμο, ο οποίος μπορεί να είναι επίνοσος, συστήνεται να ελέγξουν αν έχουν εμβολιαστεί και, αν δεν έχουν κάνει και τις δύο δόσεις, να κάνουν συμπληρωματική δόση.